Πέμπτη, 12 Μαρτίου 2015

Οι καροποιοί και οι πεταλωτές στην παλιά Τρίπολη (photos)


Την παλιά εποχή οι μετακινήσεις και οι μεταφορές γίνονταν με τα ζώα και με τα κάρα διότι δεν υπήρχαν αυτοκίνητα. Το επάγγελμα του αμαξά ευδοκίμησε τον 19ο  και στις αρχές του 20ού αιώνα. Οι αμαξάδες χωρίζονταν σε διάφορες κατηγορίες, ανάλογα με τα κάρα που είχαν.

Με την κυκλοφορία των κάρων υπήρχαν και οι καροποιοί και καρροδιορθωτές, που επισκεύαζαν κάθε ζημία που πάθαιναν τα κάρα από τις κακουχίες και την κακή ποιότητα των δρόμων.

Ο καροποιός κατασκεύαζε τα κάρα. Τα εργαλεία που χρησιμοποιούσε ήταν το πριόνι, το σκεπάρνι, το αρίδι, τη βαριά, τη μέγκενη, το αμόνι, ο ξυλαφάς, το σφιχτίρι, την τανάλια, τη γωνιά, την τσιμπίδα, τη ράσπα και το ροκάνι. Στο εργαστήριο υπήρχε το καμίνι με το μεγάλο φυσερό.

Οι εργασία για την κατασκευή ενός κάρου ήταν. Πρώτα φτιάχνονταν οι τροχοί. Με ένα διαβήτη έκανε ένα σχέδιο το σχέδιο του τροχού (ξύλινο στεφάνι). Στο κέντρο έβαζε το μικρό κυκλικό ξύλινο (ήταν η βάση του άξονα). Στην συνέχεια έβαζε τις πλανισμένες ακτίνες σε σχέδιο κύκλου (έκανε όπως οι ακτίνες του ήλιου).

Στο τέλος εφάρμοζε το μεγάλο εξωτερικό ξύλινο στεφάνι και δίπλωνε τις ακτίνες. Εξωτερικά στην ξύλινη ρόδα συνήθως περνούσε ένα σιδερένιο στεφάνι για να έχει αντοχή και να μην φθείρεται η ρόδα. Το έβαζε πάντα καφτό ώστε να σφίξει με τη διαστολή.

Ταυτόχρονος το βουτούσε σε κρύο νερό ώστε να μην καεί η ρόδα. Στην συνέχεια έφτιαχνε τις διχάλες που κρατούσε τον άξονα με την σούστα και περνούσε τις ρόδες.

Στη συνέχεια έφτιαχνε την καρότσα. Τα ξύλα που χρησιμοποιούσε ήταν σκληρά ξύλα (δρυς, βελανιδιά, οξιά, καστανιά).τα ένωνε μεταξύ τους. Στη συνέχεια έφτιαχνε τα παραπέτια (πλαϊνά) και το κάθισμα. Έπειτα έβαφαν το κάρο. Συνήθως στο τετράτροχο κάρο οι μπροστινοί δυο τροχοί έστριβαν. Από το κάρο ξεκινούσαν τα σταβάρια. Ήταν δυο μεγάλα ξύλα που κατέληγαν στη λαιμαριά του ζώου.
Η διαδικασία για την κατασκευή μιας άμαξας ήταν πιο δύσκολη και πιο καλλιτεχνική.

Σημαντικοί Αμαξοποιοί ή Καρροδιορθωτές αρχές του 20ού αιώνα ήταν ο Κ. Βαρβαρρήγος, Χρ. Θεοδώρου, Κ. Μέντης, Αθ. Σεχιώτης, ο Ν. Τσάμης, ο Ι. Φιλιππαίος, Χ. Χρυσοβέργης, Γ. Ψυχαλινός.
Έπειτα από το 1915 δημιουργήθηκαν νέα καρροποιεία ή αμαξωποιεία όπως του Η. Δελή ή Βράχος στην οδό Ναυπλίου 28 (κάτω από την παλιά ΔΕΗ), Γ. Δελής οδό Ναυπλίου, Αθανασίου Καλόγερου ή Περδίου στην Ναυπλίου, Χρ. Ζαχαρόπουλος οδό Καλαβρύτων, Ιωάννης Καγιαννάς στο Σέχι, Μάρκος Καγιαννάς, Κ. Λιρίκου οδό Βασιλίς Όλγας (Σπάρτης), Χρ. Μανδρώνης, Αθ. Σεχιώτης, Γεώργιος Σεχιώτης, Γεωργίου Τσίπη πλατεία Αγίου Δημητρίου, Γ. Βράχου στο Σέχι, Αριστείδη Τιάντζο ή Τσάτσο στην πλατεία Κολοκοτρώνη στου Θέμη Ιατρού, Πολύβιο Τσάτσο, Βαγγέλη Πιαλή σε πάροδο Χαντζηχρήστου, του Α. Δημητρακόπουλου, του Κ. Θεοδώρου, του Μ. Καλογερόπουλου, του Γ. Ντρίκου και έπειτα του Ευσταθίου, του Χρηστάκου πάροδος στην Ναυπλίου και του Μιχ. Στραγκά στην οδό Ταξιαρχών.

Μαζί με το επάγγελμα του αμαξά ήταν και του Σαγματοποιού και των Χαμουρτζή.
Το επάγγελμα του Σαγματοποιού, δηλαδή οι σαμαράδες, που ήταν ειδικοί στην κατασκευή των σαμαριών, για τα άλογα, τα μουλάρια και τα γαϊδούρια. Το όνομα βγήκε από την αρχαία λέξη «σάγμα» που σημαίνει σαμάρι.

Το σαμάρι φτιαχνόταν από ξύλο πλατάνου. Το μέγεθος γινόταν αναλόγως με το ζώο. Ήταν μια δύσκολη δουλειά. Έπαιρνε δυο ξύλα ανάποδο Ρ και ανοίγουν δυο τρύπες και τα ενώνουν λίγο πριν στην κορυφή. Αυτό γινόταν και πάλι ξανά το πίσω μέρος του σαμαριού.

Έπειτα ένωναν παράλληλα ανά πέντε πόντους διαφορά με πάίδες (ταβλάκια) τα δυο καμπυλωτά το μπροστινό (το Μπροστινάρι) και το πισινό (Πισινάρι). Στο μπροστινό και στο πισινό στις κορυφές κάρφωνε γάντζους. Οι γάντζοι χρησίμευαν είτε για να κρεμάνε διάφορα πράγματα είτε για να τραβάει το ζώο αντικείμενα.

Στο πάνω μέρος του τα ξύλα λέγονταν πισάρια (Πανωπάιδα) και ήταν λίγο ποιο φαρδιά, ώστε να κάθεται σταθερά ο αναβάτης. Στο μέσα μέρος του σκελετού το έντυναν με καραβόπανο που ακουμπούσε στον σκελετό και έπειτα έφτιαχναν το σαμαροσκούτι που ακουμπούσε στο ζώο. Τα δύο τα έραβαν μεταξύ τους και τα γέμιζαν με βούτιμο (άχυρο) ώστε να είναι μαλακό στο σαμάρι και να μην ενοχλεί το ζώο. Στα δυο κάτω μέρη του σαμαριού ξεκινούσαν δυο δερμάτινες ζώνες οι οποίες έδεναν κάτω από την κοιλιά του ζώου για σταθεροποιείτε το σαμάρι. Το μέγεθος το σαμαριού φτιαχνόταν ανάλογα με το σώμα το ζώου.

Τα εργαλεία του Σαμαροποιού ήταν το σκεπάρνι για το πελέκημα, το κουφοσκέπαρνο, υπήρχαν δυο στενά σκεπάρνια (στενοσκέπαρνα) για το καθαρισμό του θηλυκωμάτων, τανάλια, λίμα, τρυπάνι, καρφάκια, σύρμα, λουριά, ύφασμα, χόρτο, τρία ως έξι διάφορα σκαρπέλα για τις ενώσεις του πισιναριού, δυο πριόνια, το ματικάπι για να κάνουν τις μεγάλες τρύπες, το σμιλάρι μήκος 25 πόντους που έκανε τα προτρυπήματα, ο ξυλοκόπανος για τα σκαρπέλα και τα σμιλάρια, η σαμαροβελόνα και η Μέγγενη.

Τέλη 19ου αιώνα και αρχές του 20ού αιώνα βλέπουμε τους σαγματοποιούς: Α. Αθανασόπουλος, Χ. Γεωργόπουλος, Β. Θεοδωρόπουλος, οι Αφοί Δημαράκη στην οδό Καλαμών, Π. Κανατάκης, Όθωνας Κανατάκης στην οδό Ταξιαρχών, Γ. Κοροπούλης, Δ. Κοσκινάς, Ι. Καλερτζής, Παναγιώτης Κατσουλάτος στην οδό Ανακτόρων, οι Αφοί Κούκου στην πλατεία Κολοκοτρώνη και έπειτα στην οδό Σπάρτης Δ. Κυριακούλης, Γ. Κυριακούλης ή Κολλινίατης, Δ. Κυριακόπουλος, Σωτ. Κούρος, Ι. Μιχαλόπουλο, Γ. Μιχαλόπουλος, Γ. Μπιρμπίλης, Χ. Μπιρμπίλη, οι Αφοί Μπιρμπίλη στην Ταξιαρχών, Αθανάσιο Οικονομόπουλο στην οδό Σπάρτης, Σ. Πολυχρονόπουλος, Ι. Πορτοκάλης, Χαρ. Πορτοκάλης, Ν. Σινόπουλος, Σ. Συναδινός, Σ. Σωτηρόπουλος, Γ. Σωτηρόπουλος, Π. Σωτηρόπουλος, Π. Τασουλής, Τσίτσας και ο Κ. Τσουκόπουλος.

Γνωστοί Χαμουρτζήδες ήταν οι Κ. Ορφανός, Ν. Ασσιούρας, Γ. Μάγκλαρης, Σωτ. Καλερτζής, Κ. Λαμπρόπουλο, Σωτ. Τζελφές και οι Αφοί Ζερβόπουλοι.
Έπειτα από τη δεκαετία του '40 βλέπουμε τους σαγματοποιούς Αθ. Μιχαλόπουλο ή Γλατζίνας, Β. Μπιρμπίλη και Ι. Πολυχρονόπουλο. Ο Δ. Ζαχαρόπουλος, Χρ. Κυριακόπουλος, Κ. Λαμπρόπουλο.
Οι Χαμουρτζήδες κατασκεύαζαν τα χάμουρα, καπιστράνες, γκέμια κ.α. Γνωστοί χαμουρτζήδες ήταν οι Κ. Ορφανός, Ν. Ασσιούρας, Γ. Μάγκλαρης, Σωτ. Κυλερτζής, Σωτ. Τζελφές και οι Αφοί Ζερβόπουλοι

ΠΕΤΑΛΩΤΕΣ

Το πέταλο ήταν η σιδερένια πατούσα του ζώου.
Το έβαζαν στις οπλές των ζώων για έχουν ευστάθεια και για να μην φθείρονται τα νύχια τους.
Τα πέταλα τα έφτιαχνε ο πεταλωτής και τα τοποθετούσε ο ίδιος στο ζώο. Το πετάλωμα λεγόταν και καλίγωμα ή καλλίκομα.

Τα εργαλεία του πεταλωτή ήταν σφυριά ξύλινα και σιδερένια, τανάλιες, ψαλίδια, ειδικός νυχοκόπτης, καρφοπέταλα, και λίμες.

Το πετάλωμα γινόταν όταν μεγάλωνε το νύχι του ζώου (3 με 6 μήνες) ή όταν φθειρόταν το πέταλο από την πολλή δουλειά που έκανε το ζώο.

Όταν άρχιζε το πετάλωμα ο πεταλωτής τσάκιζε το πόδι του ζώου προς τα πίσω και το τοποθετούσε σε ένα τρίποδα. Στην συνέχεια με μια τανάλια έβγαζε τα παλιά καρφιά με προσοχή και έπειτα το πέταλο. Έκοβε τα νύχια με το σατράνι (ήταν ένα είδος μεγάλης τσιμπίδας. Είχε μακριά λαβή και στο τελείωμα είχε κόφτη-δαγκάνες). Στη συνέχεια τα λίμαρε και τοποθετούσε το πέταλο. Έπειτα κάρφωνε τα καρφοπέταλα από κάτω με φορά προς τα έξω ώστε να μην καρφωθούν στο κρέας του ζώου. Στη συνέχεια έκοβε τα καρφιά που προεξείχαν και τα λίμαρε με την ράσπα.
  
Γνωστοί πεταλωτές ήταν οι Χ. Γεωργόπουλος, Γ. Γεωργόπουλος ή Κούκος, Ν. Δαγρές, Β. Δαγρές, Ι. Ζαχαρόπουλος ή Μαραφούλας, Οθ. Κατσάβελος στην οδό Ταξιαρχών, Αντ. Κουδούνης ή Κουλούκης, οι Αφοί Κούκου στην οδό αρχή Γρηγορίου Ε’ ( σημερινό ξενοδ. Σεμίραμις ) και έπειτα στην οδό Σπάρτης (Γρ. Λαμπράκη), Κολινιάτης, Α. Λαμπρόπουλος, Ι. Μαρούτας ή Μαρούδας, Π. Σαϊδινός, Χαρ. Ραδαίος στην Ελ. Βενιζέλου, Ι. Ρηγόπουλος, Γ. Τσακάρεστος, Ι. Τσίτσας, Στάθης Χριστογιαννόπουλος οδό Ουάσιγκτον.

Το επάγγελμα το πεταλωτή άρχισε να σβήνει λόγω ότι τα ζώα σιγά-σιγά δεν τα χρησιμοποιούσαν για τις εργασίες και υπήρχαν τα μηχανήματα.

ΧΡΗΣΤΟΣ Η. ΜΗΤΣΙΑΣ

Πηγή:
arcadiaportal.gr

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Γράψτε το σχόλιο σας και πατήστε "Δημοσίευση σχολίου" παρακάτω. Αν θέλετε να γυρίσετε πίσω στο blog ακολουθήστε τον σύνδεσμο.
<<Επιστροφή στο blog